Διαβητικό Πόδι: Επεμβατική αντιμετώπιση

Η κατανομή της διαβητικής αγγειοπάθειας είναι πολυεπίπεδη. Έτσι μπορεί να προσβληθούν οι λαγόνιες και οι μηριαίες αρτηρίες, κατά κύριο λόγο όμως προσβάλλονται οι κνημιαίες αρτηρίες. Φαίνεται ότι οι λαγόνιες αρτηρίες προσβάλλονται σε ένα ποσοστό περίπου 7%, σε ένα ποσοστό 32% προσβάλλονται αποκλειστικά οι κνημιαίες αρτηρίες και σε ένα ποσοστό 61% προσβάλλονται ταυτόχρονα οι μηριαίες και οι κνημιαίες αρτηρίες.

Για τις λαγόνιες αρτηρίες φαίνεται ότι η αγγειοπλαστική με επιλεγμένη χρήση stent ή η πρώιμη χρήση stent σε όλες τις περιπτώσεις γίνεται η πρώτης γραμμής θεραπεία, κυρίως λόγω της χαμηλής νοσηρότητας και θνητότητας της μεθόδου αλλά και του υψηλού ποσοστού τεχνικής επιτυχίας (85-100%), πενταετούς βατότητας (60-85%) και κλινικής βελτίωσης (85%).

Για τις επιπολής μηριαίες αρτηρίες η τεχνική επιτυχία, η πρωτογενής βατότητα και η επιβίωση σκέλους φαίνεται να έχουν χειρότερα αποτελέσματα στους διαβητικούς απ’ότι στους μη διαβητικούς κατά την ενδαγγειακή μέθοδο.

Ενώ όμως η τεχνική επιτυχία βελτιώθηκε με τη χρήση αυτεκπτυσσόμενων stent , εντούτοις τα ποσοστά επαναστένωσης παρέμειναν υψηλά επηρεάζοντας τη βατότητα στο πέρασμα των χρόνων. Πράγματι η πρωτογενής βατότητα στα 3 χρόνια είναι περίπου 50-60%, ενώ η επιβίωση σκέλους αγγίζει το 65-75%. Έτσι φαίνεται ότι στους διαβητικούς ασθενείς χρειάζεται περισσότερο εντατική παρακολούθηση και περισσότερες δευτερογενείς παρεμβάσεις για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τη βατότητα και την διάσωση σκέλους.

Τα υψηλά ποσοστά επαναστένωσης επιχειρείται να βελτιωθούν χρησιμοποιώντας stent-graft κυρίως για μεγάλου μήκους αποφράξεις. Από μελλοντικές μελέτες θα κριθεί η χρήση stent-grafts με συνδέσμους ηπαρίνης στη δομή τους. Επίσης η χρήση stent εμποτισμένων με φάρμακα που συμβάλλουν στη μείωση της επαναστένωσης, αλλά και η υπενδοθηλιακή αγγειοπλαστική με ή χωρίς τη χρήση stent είναι μέθοδοι βελτίωσης της επαναστένωσης.

Για μικρού μήκους βλάβες της επιπολής μηριαίας αρτηρίας χρησιμοποιούνται τα drug-eluting balloons, cutting balloon και η cryplasty. Βέβαια υπάρχουν λίγα στοιχεία ακόμη που να αποδεικνύουν την ωφελιμότητα τους.

Συμπερασματικά η ευρωπαϊκή αγγειοχειρουργική εταιρεία προτείνει σε βλάβες μήκους μέχρι 15 cm να επιλέγεται η αγγειοπλαστική ή η αγγειοπλαστική με stent. Πάνω από 15 cm και πάντα σε σχέση με τη γενική κατάσταση του ασθενούς προκρίνει τη χρήση stent-graft ή την ανάστροφη ενδαρτηρεκτομή για τους ασθενείς με βεβαρημένη γενική κατάσταση.

Η αγγειοπλαστική στις κνημιαίες αρτηρίες δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα για τις TASC A, B, C βλάβες (πρωτογενής βατότητα, διάσωση σκέλους, επαναστένωση). Αν συγκριθει η αγγειοπλαστική με την ιγνυο-περιφερική παράκαμψη, παρατηρούνται παρόμοια ποσοστά διάσωσης σκέλους, ενώ όταν η σύγκριση γίνεται με μηρο-περιφερική παράκαμψη και κυρίως σε ασθενείς άνω των 80 ετών τα αποτελέσματα ενδέχεται να είναι καλύτερα για την αγγειοπλαστική όσον αφορά τη διάσωση σκέλους.

Η χρήση balloon-expandable ή self-expandable stents βελτιώνει τη βατότητα για τους πρώτους 6 μήνες συγκρινόμενη με την απλή αγγειοπλαστική (80% έναντι 60%). Η χρήση sirolimus-eluting stent βελτιώνει ακόμη περισσότερο την πρωτογενή βατότητα και την ανάγκη επαναγγείωσης. Τα βιοαπορροφήσιμα stent και κυρίως τα drug-eluting balloons θα δείξουν στο μελλον εάν βελτιωνουν τη βατότητα και μειωνουν την επαναστενωση και κυρίως εάν βελτιωνουν την διάσωση σκέλους.

Συμπερασματικά οι ενδαγγειακές μέθοδοι παράγουν παρόμοια αποτελέσματα διάσωσης σκέλους συγκριτικά με τις ανοικτές επεμβάσεις, με μικρότερα ποσοστά νοσηρότητας και θνητότητας και προτείνονται για τις περισσότερες περιπτώσεις ως θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *